Η συγκατοίκηση κάνει καλό στα (ώριμα) ζευγάρια αλλά ο γάμος δεν ανανεώνει το ειδύλλιο
Νέα μελέτη δείχνει ότι η συγκατοίκηση αυξάνει την ευημερία, αλλά ο γάμος όχι.
Η απόφαση δύο ανθρώπων να συγκατοικήσουν σε μεγαλύτερη ηλικία φαίνεται πως λειτουργεί ως «ένεση» ικανοποίησης. Αντίθετα, ο γάμος δεν προσθέτει κάτι επιπλέον στην ψυχολογική ευεξία, όταν το ζευγάρι ήδη ζει μαζί. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης που δημοσιεύθηκε στο International Journal of Behavioral Development, αμφισβητώντας αντιλήψεις για το πώς άνδρες και γυναίκες βιώνουν τις σχέσεις.
Εδώ και δεκαετίες, κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι τα δύο φύλα δεν επηρεάζονται το ίδιο από τις σχέσεις. Η κυρίαρχη θεωρία θέλει τις γυναίκες να διατηρούν ευρύτερα δίκτυα στενών φίλων και συγγενών, ενώ οι άνδρες συχνά βασίζονται κυρίως στη σύντροφό τους για συναισθηματική στήριξη. Με βάση αυτή τη λογική, ένας χωρισμός θα έπρεπε να πλήττει περισσότερο τους άνδρες, ενώ μια νέα σχέση να τους ωφελεί δυσανάλογα. Ωστόσο, τα δεδομένα σε μεγαλύτερες ηλικίες δεν επιβεβαιώνουν αυτό το στερεότυπο.
Πώς διεξήχθη η μελέτη
Για να εξετάσουν το ζήτημα, οι ερευνητές αξιοποίησαν στοιχεία από το Health and Retirement Study, μια μακροχρόνια αμερικανική μελέτη που παρακολουθεί άτομα άνω των 50 ετών. Ανέλυσαν δεδομένα 2.840 συμμετεχόντων για την περίοδο 2006–2022, εστιάζοντας σε τρεις μεταβάσεις: χωρισμό, συγκατοίκηση και γάμο. Κατέγραψαν μεταβολές στα συμπτώματα κατάθλιψης και στο επίπεδο ικανοποίησης από τη ζωή, ώστε να αποτυπώσουν όχι μια στιγμιαία αντίδραση, αλλά μια πιο σταθερή εικόνα.
Ένα βασικό εμπόδιο ήταν να διαχωριστεί η επίδραση της σχέσης από τα χαρακτηριστικά των ίδιων των ανθρώπων. Για παράδειγμα, όσοι παντρεύονται ίσως είναι ήδη πιο εύποροι ή πιο αισιόδοξοι. Για να περιορίσουν αυτή την επίδραση, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στατιστική αντιστοίχιση, συγκρίνοντας άτομα με παρόμοια ηλικία, μόρφωση και ιστορικό σχέσεων, από τα οποία μόνο ο ένας είχε βιώσει τη συγκεκριμένη αλλαγή. Έτσι, τα αποτελέσματα αποδίδονται με μεγαλύτερη βεβαιότητα στη μετάβαση και όχι στην προσωπικότητα.
Ποια ήταν τα ευρήματα
Πρώτο εύρημα: οι άνδρες πράγματι δήλωναν λιγότερη συναισθηματική στήριξη από φίλους και συγγενείς σε σχέση με τις γυναίκες. Παρ’ όλα αυτά, όταν εξετάστηκε ο αντίκτυπος ενός χωρισμού, δεν εντοπίστηκε σημαντική επιδείνωση ούτε στους άνδρες ούτε στις γυναίκες. Η εικόνα του «ευάλωτου άνδρα» που καταρρέει χωρίς σύντροφο δεν επιβεβαιώθηκε. Πιθανή εξήγηση είναι ότι σε μεγαλύτερη ηλικία οι άνθρωποι διαθέτουν μεγαλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα ή ενεργοποιούν άλλες πηγές στήριξης όταν χρειαστεί.
Όταν οι ερευνητές στράφηκαν στις θετικές μεταβάσεις, η εικόνα έγινε πιο καθαρή. Η συγκατοίκηση με νέο σύντροφο συνδέθηκε με μετρήσιμη αύξηση της ικανοποίησης από τη ζωή – και αυτό ίσχυε εξίσου για άνδρες και γυναίκες. Δεν καταγράφηκε «μπόνους» ευτυχίας για τους άνδρες, όπως θα προέβλεπε η θεωρία. Το όφελος της καθημερινής συντροφικότητας φαίνεται να είναι κοινό και στα δύο φύλα.
Αντίθετα, ο γάμος από μόνος του δεν πρόσφερε επιπλέον ψυχολογικό κέρδος, όταν το ζευγάρι ήδη ζούσε μαζί. Για όσους δεν συγκατοικούσαν, η ταυτόχρονη συγκατοίκηση και τέλεση γάμου είχε το ίδιο αποτέλεσμα με την απλή συγκατοίκηση. Με άλλα λόγια, αυτό που μετρά είναι η κοινή καθημερινότητα – η εμπειρία του σπιτιού, της ρουτίνας, της οικειότητας – και όχι τόσο η νομική ή τελετουργική επισημοποίηση.
Τα συμπεράσματα των ερευνητών
Συνολικά, η μελέτη, παρά τους περιορισμούς, δείχνει ότι οι συναισθηματικές ζωές ανδρών και γυναικών μετά τα 50 είναι πιο όμοιες απ’ όσο πιστεύαμε. Η συγκατοίκηση λειτουργεί ως πηγή ευεξίας, ενώ ο χωρισμός δεν οδηγεί απαραίτητα σε κατάρρευση. Και ο «μύθος» ότι ο γάμος αποτελεί από μόνος του εγγύηση ψυχολογικής άνθησης φαίνεται πως, τουλάχιστον σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, ανήκει πλέον στο παρελθόν.